Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Τραγούδια για το Πολυτεχνείο

ΕΝΑ ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ

'Ενα το χελιδόνι κι η άνοιξη ακριβή

για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή.

'Ενα το χελιδόνι κι η άνοιξη ακριβή

για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή.


Θέλει νεκροί χιλιάδες να 'ναι στους τροχούς

θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους.

θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους.


Θεέ μου πρωτομάστορα μ' έχτισες μέσα στα βουνά

Θεέ μου πρωτομάστορα μ' έκλεισες μες στη θάλασσα.

Θεέ μου πρωτομάστορα μ' έχτισες μέσα στα βουνά

Θεέ μου πρωτομάστορα μ' έκλεισες μες στη θάλασσα.


Πάρθηκεν από μάγους το σώμα του Μαγιού,

το ' χουνε θάψει σ' ένα μνήμα του πέλαγου.

Πάρθηκεν από μάγους το σώμα του Μαγιού,

το ' χουνε θάψει σ' ένα μνήμα του πέλαγου.


Σ' ένα βαθύ πηγάδι το ' χουνε κλειστό

μύρισε το σκοτάδι κι όλη η άβυσσος.

μύρισε το σκοτάδι κι όλη η άβυσσος.


Θεέ μου πρωτομάστορα, μέσα στις πασχαλιές και εσύ

Θεέ μου πρωτομάστορα , μύρισες την ανάσταση.

Θεέ μου πρωτομάστορα, μέσα στις πασχαλιές και εσύ

Θεέ μου πρωτομάστορα , μύρισες την ανάσταση.

Ο ΔΡΟΜΟΣ

Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία,

κάποιος την έγραψε στον τοίχο με μπογιά.

'Ηταν μια λέξη μοναχά "ελευθερία",

ύστερα είπαν πως την έγραψαν παιδιά.



Ύστερα κύλησε ο καιρός κι η ιστορία

πέρασε εύκολα απ' τη μνήμη στην καρδιά.

Ο τοίχος έγραφε "μοναδική ευκαιρία,

εντός πωλούνται πάσης φύσεως υλικά".


Τις Κυριακές από νωρίς στα καφενεία

ύστερα γήπεδο, στοιχήματα , καυγάς.

Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία

έπειτα είπαν πως την έγραψαν παιδιά.

ΠΟΤΕ ΘΑ ΚΑΝΕΙ ΞΑΣΤΕΡΙΑ

Ποτέ θα κάνει , ποτέ θα κάνει ξαστεριά, εε ποτέ θα φλεβαρίσει , ποτέ θα φλεβαρίσει.


να πάρω το ... , να πάρω το ντουφέκι μου.
Να πάρω το ..., να πάρω το ντουφέκι μου,
εε την όμορφη Πατρώνα , την όμορφη Πατρώνα


να κατεβώ , να κατεβώ στον Ομαλό.
Να κατεβώ , να κατεβώ στον Ομαλό.


Εε στη στράτα των Μουσούρων , στη στράτα των Μουσούρων να κάνω μα.. , να κάνω μάνες δίχως γιους


να κάνω μα.., να κάνω μάνες δίχως γιους
εε γυναίκες δίχως άντρες, γυναίκες δίχως άντρες


να κάνω και..., να κάνω και μωρά παιδιά
να κάνω και..., να κάνω και μωρά παιδιά
εε να 'ναι διχως μανάδες, να ' ναι δίχως μανάδες,
ποτέ θα κα..., ποτέ θα κάνει ξαστεριά.

ΣΤΟ ΠΕΡΙΓΙΑΛΙ ΤΟ ΚΡΥΦΟ


Στο περιγιάλι το κρυφό κι άσπρο σαν περιστέρι

διψάσαμε το μεσημέρι μα το νερό γλυφό,

διψάσαμε το μεσημέρι μα το νερό γλυφό.


Πάνω στην άμμο την ξανθή

γράψαμε τ' όνομά της
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή,

ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή.

Με τι καρδιά , με τι πνοή,

τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας λάθος
κι αλλάξαμε ζωή,

πήραμε τη ζωή μας λάθος
κι αλλάξαμε ζωή.

ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΗΛΙΕ ΝΟΗΤΕ

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ και μυρσίνη εσύ δοξαστική

μη παρακαλώ σας μη μη παρακαλώ σας μη

μη παρακαλώ σας μη λησμονάτε τη χώρα μου.

μη παρακαλώ σας μη λησμονάτε τη χώρα μου.


Αετόμορφα τα έχει τα ψηλά βουνά

στα ηφαίστεια κλήματα σειρά

και τα σπίτια πιο λευκά και τα σπίτια πιο λευκά και τα σπίτια πιο λευκά στου γλαυκού το γειτόνεμα.

και τα σπίτια πιο λευκά στου γλαυκού το γειτόνεμα.

ΤΟ ΓΕΛΑΣΤΟ ΠΑΙΔΙ

'Ηταν πρωί τ' Αυγούστου, κοντά στη ροδαυγή

βγήκα να πάρω αγέρα στην ανθισμένη γη.

Βλέπω μια κόρη, κλαίει, σπαρακτικά θρηνεί,

σπάσε καρδιά μου εχάθη το γελαστό παιδί.


Είχεν αντρειά και θάρρος κι αιώνια θα θρηνώ,

το πηδηχτό του βήμα το γέλιο το γλυκό.

Ανάθεμα την ώρα , κατάρα τη στιγμή

σκοτώσαν οι εχθροί μας το γελαστό παιδί.


Ω! να 'ταν σκοτωμένο στου αρχηγού το πλάι

και μόνο από βόλι Εγγλέζου να 'χε πάει

κι από απεργία πείνας μέσα στη φυλακή

θα 'ταν τιμή μου που 'χασα το γελαστό παιδί.


Βασιλικιά μου αγάπη, μ' αγάπη θα στο λέω

για τ' ότι έκανες αιώνια θα σε κλαίω

γιατί όλους τους εχθρούς μας θα ξέκανες εσύ.

Δόξα τιμή στο αξέχαστο γελαστό παιδί.


Βασιλικιά μου αγάπη, μ' αγάπη θα στο λέω

για τ' ότι έκανες αιώνια θα σε κλαίω

γιατί όλους τους εχθρούς μας θα ξέκανες εσύ.

Δόξα τιμή στο αξέχαστο γελαστό παιδί.


Γιατί όλους τους εχθρούς μας θα ξέκανες εσύ.

Δόξα τιμή στο αξέχαστο γελαστό παιδί .

ΤΟ ΑΚΟΡΝΤΕΟΝ

Στη γειτονιά μου την παλιά είχα ένα φίλο

που ήξερε και έπαιζε τ' ακορντεόν.

'Οταν τραγούδαγε φτυστός ήταν ο ήλιος

φωτιές στα χέρια του άναβε τ' ακορντεόν.


Μα ένα βράδυ σκοτεινό σαν όλα τ' άλλα

κράταγε τσίλιες παίζοντας τ' ακορντεόν.

Γερμανικά καμιόνια στάθηκαν στη μάντρα

και μια ριπή σταμάτησε τ' ακορντεόν .

'Αρχινισμένο σύνθημα -πάντα μου μένει-

όποτ' ακούω από τότε ακορντεόν

και ' χει σα στάμπα τη ζωή μου σημαδέψει,

"δεν θα περά- δεν θα περάσει ο φασισμός,

" Και ' χει σα στάμπα τη ζωή μου σημαδέψει,

"δεν θα περά- δεν θα περάσει ο φασισμός."

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου